Αρχή

Σχετικά με την συγγραφέα

Άρθρα

Βιβλία

H Κοινότητα μου

Blog

Endless Journey  in Facebook

Youtube

Επικοινωνία

Newsletters

Links

Βιβλίο Επισκεπτών

Newsletter

Για να λαμβάνετε το News Letter μας παρακαλούμε στείλτε μας το e-mail σας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αρχή > Βιβλία>«ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΦΕΡΝΕΙ ΕΛΠΙΔΕΣ»

 

Απόσπασμα από το βιβλίο Το ταξίδι της ζωής φέρνει ελπίδες», το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις  Andys Publishers.  

 

 

ή

Για οποιαδήποτε παραγγελία παρακαλώ απευθυνθείτε :

 

Εκδόσεις  Andys Publishers Σόλωνος 54 106 72 ΑΘΗΝΑ Τηλέφωνο:210 3628288 Fax: 210 3600024   Website: http://www.andyspublishers.com  e-mail: info@andyspublishers.com

 

Επίσης μπορείτε να στέλνετε τις παραγγελίες σας  στην φόρμα  επικοινωνίας του Endless Journey ή στις παρακάτω  ηλεκτρονικές διευθύνσεις : 

info@endless-journey.gr   &   Katerina.Kostaki@gmail.com

με πλήρη στοιχεία σας (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση , ταχυδρομικός κώδικας , πόλη ) και το βιβλίο θα σας αποστέλλεται με αντικαταβολή.

 

Καθώς επίσης στα πιο κάτω βιβλιοπωλεία :

1.Εν πλώ
Στρατάρχη Καραισκάκη 75
Χαιδάρι
τηλ.2105323711
 
 
2.Ποθητός

Κάνιγγος 17 (Πλατεία Κάνιγγος)

106 77 ΑΘΗΝΑ

Τηλ. 210 3831415, 210 3804266 Τηλ. 210 3805206
Φαξ:210 3843238
 
 
3.Βιβλιοπωλείο Εστία
Σόλωνος 60
106 72 Αθήνα
τηλ. : 210 3615 077, 210 3635 970  Φάξ: 210 3606 759

 

 

4.International Press and Books
Νίκος Γιαννακουλόπουλος
Πανεπιστημίου 73 (Ομόνοια )
105 64 Αθήνα
Τηλ. : 210 3210 989

 

5. 'ΠΑΠΥΡΟΣ'
Κων/νος Κεχαγιάς
Λ.Φανερωμένης 21
Σαλαμίνα
Tηλ - fax:210 4655740

 

6.ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΒΙΒΛΙΟΧΩΡΑ
ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ 49
106 41 ΑΘΗΝΑ
τηλ.:210 3828400
fax: 210 3825900

e-mail:
bibliohora@otenet.gr

 

 

Επίσης μπορείτε να  παραλάβετε το βιβλίο απο όλα τα βιβλιοπωλεία κατόπιν παραγγελίας.
 

 

 

«Το ταξίδι της ζωής φέρνει ελπίδες»

 

 

Το ξεκίνημα προς την ελευθερία…

 

Ο

 

 

ι υπόλοιπες βάρκες περίμεναν κρυμμένες, έτσι ακριβώς όπως τους είχε συμβουλέψει: πίσω από τους μεγάλους βράχους.

Προστατευμένες από το σκοτάδι, παραφύλαγαν την στιγμή, που θα αναχωρούσαν για τον άγνωστο προορισμό τους.

Η βάρκα στην οποία επέβαιναν ο Ορφέας και τα παιδιά της, «ο Ιάσονας» ήταν η τελευταία, που αναχώρησε από το κρυφό λιμάνι.

Ο Ορφέας μέχρι τελευταία στιγμή περίμενε…

Ήταν βουτηγμένος σε μια τρομερή αγωνία, για την ζωή της Ιάσμης και του Μενέλαου.

Δεν μπορούσε να φανταστεί, τι είχε διαδραματιστεί μετά την φυγή του μαζί με τα υπόλοιπα άτομα…

Όμως μέχρι τέλους πίστευε αληθινά ότι θα σώζονταν και θα έφταναν σώοι.

Πρώτη φορά στην ζωή του ένιωθε τόσο μεγάλη ανάγκη να προσευχηθεί και να κλάψει και όσο να προσπαθούσε να συγκρατηθεί, στο τέλος ξέσπασε…

Η βάρκα της Ιάσμης δεμένη πλέον στον «Κάστορα», γλιστρούσε πάνω στα σκούρα νερά.

Η Ιάσμη καθισμένη στην μέση της βάρκας, δεν μπορούσε παρά να σκέφτεται ένα πράγμα: τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί πριν λίγες ώρες…

Ο Γλαύκος οδήγησε την μικρή βαρκούλα μέχρι το σημείο εκείνο, όπου οι υπόλοιποι περίμεναν υπομονετικά.

Μέσα στο σκοτάδι ένα φως ξεπρόβαλε έξαφνα.

Κάποιος από μια από τις βάρκες άναψε ένα δαυλό και το φως του αποκάλυψε τη δική της βάρκα.

Τα γράμματα της ένα –ένα γυάλιζαν κάτω από το φως του δαυλού:

 

ΑΡΓΩ

 

Πέρα από την σωματική και ψυχική της κούραση εκείνο που την έκανε να αναθαρρήσει ήταν η θέα όλων των γνωστών αγαπημένων της προσώπων.

Εκείνων που περίμεναν καρτερικά με κίνδυνο της ζωής τους και με απέραντο τρόμο να ξεπροβάλλει στην καρδιά.

Εκείνων που περίμεναν να την ξαναδούν θέτοντας σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια τους την ζωή.

Εκείνων που μοιράστηκαν μαζί της την επιθυμία τους να απελευθερωθούν από τα δεσμά της τυραννίας και του καταναγκασμού και να πλεύσουν στα λιμάνια της δικής τους ελευθερίας.

Σηκώθηκε από την θέση της κοιτώντας τους όλους συγκινημένη.

Γι αυτούς τους απλούς ανθρώπους ήταν η γυναίκα, που κατάφερε να τους οδηγήσει με το προσωπικό της φως σε ένα νέο ελπιδοφόρο δρόμο.

Για εκείνη ήταν ένα προσωπικό κατόρθωμα.

Να πλάσει μια καινούργια αρχή και να εμφυσήσει αξίες, όπως η αλληλοβοήθεια και αλληλοϋποστήριξη, έννοιες που είχαν απελπισμένα ξεχάσει μέσα στην δυστυχία τους.

Η μόνη της ανταμοιβή για όσα βίωσε τον τελευταίο καιρό ήταν να γευτεί την λιγοστή ευτυχία να ξεχειλίζει επιτέλους από τα πρόσωπα τους.

Καθώς η βάρκα της πλησίαζε πιο κοντά, διέκρινε τον Ορφέα να στέκεται όρθιος και να περιμένει ανυπόμονα. Δίπλα του στέκονταν τα παιδιά της.

Πήρε τα κουπιά και κωπηλάτησε για να φτάσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Φτάνοντας κοντά του, τα παιδιά της πέρασαν στην δική της βάρκα και στάθηκαν κουρνιασμένα στην αγκαλιά της για πολλή ώρα.

Ούτε η ίδια δεν πίστευε ότι τα ξανάβλεπε μετά την προσωπική τους περιπέτεια…

Όλες οι βάρκες συγκεντρώθηκαν γύρω της.

Μέσα στο μισοσκόταδο έστριψαν το βλέμμα τους προς το μέρος, που είχαν περάσει τους τελευταίους μήνες της ζωής τους.

Από παντού έβγαιναν φωτιές και ακούγονταν φωνές ανθρώπων…

Πυροβολισμοί και εκρήξεις. Το εργοστάσιο είχε παραδοθεί σε πύρινες φλόγες.

Από το βάθος του ορίζοντα ένα πύρινο στεφάνι ξεχώριζε στον σκούρο, χωρίς αστέρια ουρανό.

Ήταν ότι απόμεινε από το παλιό αρχοντικό…

Ο Τυφωέας έκανε πάλι αυτό που ήξερε πολύ καλά να κάνει: να καταστρέφει !

Όμως εκείνη είχε σημαντικότερο και ύψιστο σκοπό…

Οδήγησε την βαρκούλα κοντά στην μεγαλύτερη, την Αργώ, και την έδεσε.

Ο Αλέξανδρος περίμενε εκεί, έτοιμος για το σύνθημα της αναχώρησης.

Πρώτα ανέβηκαν τα παιδιά της και τελευταία εκείνη.

 

Ένας – ένας άνθρωπος  από κάθε βάρκα άναβε ένα δαυλό, σαν σινιάλο, μέχρι που όλη η θάλασσα φώτισε από το πύρινο φως.

Μικρά φωτάκια σαν πυγολαμπίδες μέσα σε ένα ζοφερό και σκιερό τοπίο.

Η βάρκα της με την βοήθεια του Αλέξανδρου ξεμύτισε μπροστά από τις άλλες και ξεκίνησε το ταξίδι της ζωής.

Σε αυτό το ταξίδι δεν ήταν μόνοι τους!

Είχαν μαζί τους την απέραντη και αιώνια βοήθεια του Ανώτερου Θεϊκού Νου!

Ίσως γι αυτό ένιωθαν την απεραντοσύνη και την Δύναμη του να καλύπτει τις προσωπικές τους φοβίες με εκείνο το πέπλο της ισχύος, που κάνει κάθε αδύναμο άνθρωπο να αισθάνεται αληθινά προστατευμένος και ευτυχισμένος.

Είχε ξημερώσει πλέον, όταν ξύπνησε από εκείνον τον βαθύ και γεμάτο δραστηριότητα ύπνο της.

Δραστηριότητα προερχόμενη από τα γεμάτα κίνηση όνειρα, που έβλεπε.

Όνειρα με σκηνές από της δική της ζωή, όνειρα με σκηνές από όσα είχαν διαδραματιστεί το προηγούμενο βράδυ σε εκείνο το κομμάτι γης, που άφησαν πίσω τους.

Ένας Τυφωέας να την καταδιώκει και εκείνη να τρέχει ασταμάτητα…

Πόσο καιρό είχε να δει ένα ευχάριστο όνειρο; Ένα όνειρο γευστικό και ποικιλόμορφο;

Ανοίγοντας τα μάτια της είδε έναν σκούρο ουρανό να κρέμεται από επάνω τους σαν ένα παχύ πάπλωμα.

Μέσα στο ρυθμικό λίκνισμα της βάρκας ένιωθε τα σύννεφα να τρέχουν σε ένα ξέφρενο ρυθμό, όπως τα τρομαγμένα πουλιά όταν τα κυνηγάει η βροχή…

Μήπως και οι ίδιοι δεν ήταν σαν τα τρομαγμένα πουλιά, που ψάχνουν απεγνωσμένα στέγη;

Μόνο που αυτή την φορά κάτω από τον σκούρο ουρανό δεν υπήρχε στέρεο έδαφος, παρά μόνο θάλασσα, θάλασσα βαθιά και το ίδιο, όπως ο ουρανός, σκούρα.

Σαν να είχε κλέψει το μοναδικό χρώμα, που υπερτερούσε εκείνο τον καιρό και το είχε φορέσει…

Ένα απλό σκούρο κομμάτι υφάσματος, πάνω στο μεγάλο και ανεξερεύνητο κορμί της…

Δίπλα από την Ιάσμη κοιμόντουσαν τα παιδιά της τυλιγμένα στις κουβέρτες τους, και στην πρύμνη της βάρκας ο Αλέξανδρος αποκαμωμένος από την πολύωρη κωπηλασία.

Ανασηκώθηκε και κοίταξε τριγύρω.

Το μόνο που έβλεπε ήταν τα σκουροφορεμένα χρώματα του ουρανού και της θάλασσας και στην μέση μικρές πινελιές οι γαλαζοάσπρες βάρκες τους.

Όλοι κοιμόντουσαν καταπονημένοι.

Μέτρησε μια, δυο, τρεις… επτά βάρκες μεγάλες και μια η μικρή, οκτώ!

Κοίταξε τριγύρω με θαυμασμό.

«Είμαστε ζωντανοί και ασφαλείς… μακριά από τον κίνδυνο…

Κανένα σημάδι γης σε μεγάλη απόσταση… Μόνο θάλασσα και ουρανός!

Τώρα, ποιος είναι ο προορισμός μας;»

Κάθισε κάτω και το βλέμμα της έπεσε στο κόκκινο βιβλίο. Το πήρε στα χέρια της και ξεφύλλισε  τις σελίδες ώσπου έφτασε στον χάρτη.

Κάτω από το σκούρο φως έμοιαζε σαν διήγημα ή ποίημα, που είχε φτιάξει ο καλύτερος τραγουδοποιός του κόσμου.

«Ίσως ένα κοσμικό ποίημα…»

Παραξενεύτηκε από την σκέψη που έκανε.

Πως το σκέφτηκε αυτό; Έπιανε τον εαυτό της ανίκανο να δώσει μια λογική εξήγηση.

«Ίσως να μην υπάρχει λογική εξήγηση…»

Κοίταξε πάλι τον ουρανό και φαινόταν σαν να είχε πάρει το πιο σημαδιακό σύνθημα στην ζωή της…

Ο χάρτης έδειχνε τόπους, μεγάλα και μικρά νησιά, που ποτέ δεν είχε δει ή επισκεφτεί.

 

«Προς τα πού να στραφούμε; Σε ποιο μέρος να ταξιδέψουμε, ώστε να μην κινδυνεύουμε;»

Έπιασε το μάγουλο της και έκανε μια γκριμάτσα πόνου. Ήταν το κτύπημα του Τυφωέα…

Είχε ξεχάσει…

Το βλέμμα της πλανήθηκε στον ορίζοντα, νιώθοντας ότι κάποιος την παρακολουθεί.

Δεν έκανε λάθος! Ήταν ο Ορφέας από την απέναντι βάρκα, τον « Ιάσονα ».

Ο Ορφέας κωπηλάτησε αργά προς το μέρος της, προσέχοντας μήπως ξυπνήσει τους υπόλοιπους στην βάρκα του.

Φτάνοντας η Ιάσμη είδε τα παιδιά της Κλειούς, και την Κλειώ να κοιμούνται. Η Κλειώ ήταν χλωμή και τυλιγμένη στην κουβέρτα έμοιαζε να τρέμει μέσα στο κρύο.

«Αισθάνεσαι καλά; Τρόμαξα… νόμιζα ότι δεν θα ερχόσουν μαζί μας… ζωντανή…»

«Καλά είμαι Ορφέα…»

Γύρισε προς το μέρος του και τότε είδε το πρόσωπο της.

«Τι έπαθες; Μα είσαι χάλια… Ποιος σε κτύπησε; Μην μου πεις…»

Η Ιάσμη κούνησε το κεφάλι της. Ο Ορφέας δεν μπορούσε να αρθρώσει κουβέντα από την έκπληξη του.

Το πρόσωπο του άλλαξε χρώματα, όπως άλλαζαν θέση τα αισθήματα στην καρδιά του.

Τα χέρια του σφίχτηκαν πάνω στα κουπιά, δείχνοντας πόσο πολύ μεγάλο θυμό ένιωθε για κάποια γεγονότα τα οποία διαδραματίστηκαν ερήμην του.

Για ώρα συζητούσαν χαμηλόφωνα όσα διαδραματίστηκαν το προηγούμενο βράδυ.

Κανένας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχαν επιζήσει μέσα από τέτοια γεγονότα, και βρίσκονταν πάλι μαζί, σώοι καταμεσής του πελάγους.

Εκείνο που τους προβλημάτιζε ήταν τι θα κάνουν από εκείνη την στιγμή και μετά…

Η Κλειώ ήταν σε άσχημη κατάσταση, και αυτό έκανε την ατμόσφαιρα πιο βαριά. Ο πυρετός δεν την εγκατέλειπε και την είχε αποκάνει.

Μετά από αρκετή ώρα, άρχισαν να ξυπνάνε και οι υπόλοιποι.

Κάθε βάρκα αποκτούσε την δική της ενέργεια από εκείνους που την οδηγούσαν.

Όλες οι βάρκες συγκεντρώθηκαν μπροστά από την βάρκα της Ιάσμης.

Όλοι οι παλιοί γνώριμοι…

Ο Γλαύκος, ο Ιεροκλής, νέοι και γέροι, όλοι απέναντι της!

Χαρούμενοι που κατάφεραν να διασωθούν, ευτυχισμένοι που την έβλεπαν κοντά τους.

Ήταν όλοι κουρασμένοι, τα πρόσωπα τους κατέγραφαν μια αφάνταστη ταλαιπωρία, αλλά είχαν κερδίσει την μάχη!

Ο Ιεροκλής οδήγησε την βάρκα του κοντά στην δική της. Τα μάτια του ήταν υγρά από συγκίνηση.

«Κοπέλα μου, σε εσένα χρωστάμε αυτή την διάσωση! Με την δική σου παρότρυνση και εμψύχωση, είμαστε εδώ σώοι!»

«Χωρίς την δικιά σας πρωτοβουλία και βοήθεια δεν θα φτάναμε ως εδώ! Εσείς δώσατε αυτή την μάχη και την κερδίσατε!»

«Ιάσμη, η ψυχή αυτής της μεγάλης οικογένειας, που είμαστε όλοι εμείς, είσαι εσύ!Γι αυτό αποφασίσαμε να σε ορίσουμε αρχηγό μας, ηγέτιδα μας. Κάθε σου πρόταση και λέξη είναι για εμάς βάλσαμο»

«Ιεροκλή είναι μεγάλη τιμή για εμένα. Μπορώ να δώσω κάθε συμβουλή ή βοήθεια, αλλά αυτό τον ρόλο δεν τον γνωρίζω…»

Ο Ιεροκλής την κοίταξε στοργικά.

«Ιάσμη, σε χρειαζόμαστε. Σε παρακαλούμε συνέχισε το έργο που ξεκίνησες ! Μέσα σου γνωρίζεις πολύ καλά τον σκοπό αυτού του έργου που έχεις αδιαμαρτύρητα αναλάβει. Μπορείς να το φέρεις εις πέρας, να είσαι σίγουρη γι αυτό!».

Ο Ιεροκλής την κοίταξε με νόημα.

Η Ιάσμη ένιωθε μεγάλη συγκίνηση. Με μάτια βουρκωμένα άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί πάνω στα πρόσωπα όλων.

Ένιωθε το βλέμμα τους να στέλνει το ίδιο μήνυμα σε εκείνη.

Σκέφτηκε αρκετά προσεχτικά και μετά αποφάσισε να μιλήσει σε όλους με εκείνα τα γνήσια και αληθινά ανθρώπινα νοήματα, που ίσως μόνο η ίδια μπορούσε να εκφράσει.

 

«Φίλοι μου… τώρα πια είσθε η οικογένεια μου. Μια μεγάλη οικογένεια σε μια αβέβαιη πορεία. …

Ένα ταξίδι της ζωής. Ένα ταξίδι της ζωής αληθινά ελπιδοφόρο. Φέρνει ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον, μια ποιοτικότερη και λιγότερο ανταγωνιστική ζωή !Μακριά από πολέμους, έριδες και δηλητηριασμένα γεγονότα.

Απομακρυσμένοι από δολοφονικά άτομα και επίφοβους στρατιώτες η μοναδική μας φιλοδοξία είναι να υψώσουμε την σημαία της πίστης.

Μόνο αυτό μας ενώνει, μόνο η πίστη μας οδηγεί. Πίστη ότι θα καταφέρουμε να δώσουμε ένα μήνυμα στις επόμενες γενιές να μην ξανακάνουν τα λάθη του παρελθόντος και του παρόντος.

Πίστη ότι η ζωή συνεχίζεται μακριά από πολέμους. Οτιδήποτε ο πόλεμος και η διχόνοια χωρίζει, μόνο η ελπίδα και η πίστη μπορεί να ενώσει !

Ας προχωρήσουμε με την βοήθεια εκείνου, που μας καθοδήγησε και προστάτευσε στις δύσκολες στιγμές. Εκείνου που με την δική του βοήθεια βρισκόμαστε αυτήν την στιγμή εδώ, καταμεσής του βαθιού πελάγους.

Του Ανώτερου Θεϊκού Νου, της Ανώτερης Δύναμης.

Αυτή η δύναμη θα μας προστατεύει και θα μας οδηγεί πάντοτε!»

 

Για πρώτη φορά οι δικές της προσευχές ενώθηκαν με τις προσευχές όλων…

Ταξίδεψαν όλη την ημέρα μακριά από εχθρικά βλέμματα και στέρεα γη.

Η μέρα πέρασε το ίδιο γρήγορα, όπως πέρασαν και οι επόμενες.

Ταξίδευαν πέντε ημέρες μέσα στο ίδιο τοπίο.

Όσο άντεχαν να κωπηλατούν, προχωρούσαν. Προχωρούσαν όσο έφταναν τα όρια τους…

 

 

Copyright   Κατερίνα   Κωστάκη

“Το ταξίδι της ζωής φέρνει ελπίδες»

 

 

 
 

 

 

 

(c) Copyright 2007 Katerina Kostaki